Ιαπωνία. Αρχές της δεκαετίας του ΄60. Η χώρα γλύφει ακόμη τις πληγές που της προξένησε ο β΄ παγκόσμιος πόλεμος και το πυρηνικό της ολοκαύτωμα. Η ταπείνωση της ήττας ξεπερνιέται με την επιμονή και το πείσμα των Ιαπώνων να ανοικοδομήσουν την κατεστραμμένη τους πατρίδα και να συμβάλλουν στο μελλοντικό οικονομικό της θαύμα. Στη σκιά ενός χαμένου πολέμου, τα συστήματα αξιών αλλάζουν και η παράδοση χάνεται σιγά σιγά μπροστά στη μαζική αστικοποίηση και την βιομηχανοποίηση.
Τη δύσκολη αυτή εποχή, ένας φωτογράφος αντικρίζει την κοινωνική αλλαγή με ματιά ερωτηματική. Ακροβατεί ανάμεσα στην αποδοχή του μοντέρνου και της Δυτικής κουλτούρας από τη μια, και το θαυμασμό του για την παράδοση του τόπου του από την άλλη. Οι εικόνες του, αυθεντικές και αδρές όπως αρμόζει στα ντοκουμέντα. Το έργο του, ένα τραύμα. Στοιχειωμένο από οδυνηρό υπαρξιακό δέος.

Daido Moriyama
Το προπολεμικό watashi shosetsu (“I novel”), είναι ένα δημοφιλές είδος Ιαπωνικής νουβέλας που εστιάζει στον εσωτερικό ανθρώπινο κόσμο, χωρίς κοινωνικές ή πολιτικές προεκτάσεις. Συνηθισμένο θέμα των ιστοριών του, ο έρωτας. Ο Moriyama αντλεί ιδέες και έμπνευση απ΄αυτό, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα τη φιλοσοφία και τη θεώρηση των πραγμάτων.
Ακολουθώντας την παράδοση των φωτογράφων δρόμου όπως ο Henry Cartier Bresson, με την κάμερα στο χέρι νυχθημερόν, καταγράφει τις σκηνές στα σοκάκια των πόλεων, τη σκοτεινή πλευρά της αστικής ζωής, τις άγνωστες και παραμελημένες συνοικίες πίσω από τις βιομηχανικές περιοχές, πολλές φορές με μια υποβόσκουσα κριτική διάθεση τόσο για την γιαπωνέζικη κοινωνία όσο και για τις δυτικές επιρροές και την αμερικανοποίηση.
Μετατρέπει τους ανώνυμους διαβάτες σε πρωταγωνιστές του. Κάνει λήψεις από αυτοκίνητα ή παράθυρα τραίνων εν κινήσει, αδιαφορώντας για τις τεχνικές και συνθετικές επιταγές, αφήνοντας εσκεμμένα τα τοπία του θολά και ανετάριστα.
Οι φωτογραφίες του είναι μια προσωπική εσωτερική αναζήτηση, χωρίς προσχεδιασμένο project. Είναι η αποτύπωση της πραγματικής εμπειρίας του ταξιδευτή που έλκεται από τα λαβυρινθώδη δρομάκια του Τόκυο, που μαγνητίζεται και παγιδεύεται στα σκοτεινά αδιέξοδα του Shinjuku. Σαν άλλος Toulouse-Lautrec, καταγράφει με την κάμερά του όχι τα καμπαρέ της Μονμάρτης, αλλά την κακόφημη περιοχή του Golden Gai. Τα μικροσκοπικά αλυσιδωτά
μπαράκια, άσυλο κάθε διαφορετικότητας, έχουν ναρκωτική επίδραση πάνω του, τον εθίζουν. O Moriyama δεν παρακολουθεί αποστασιοποιημένος τον κόσμο. Αφομοιώνει όψιμα την beatnik κοσμοθεωρία και γίνεται ο ίδιος μέρος της δράσης. Περπατά ανάμεσα στα μοναχικά πλήθη, πίνει στα κακοφωτισμένα μπάρ, κοιμάται στα παρακμιακά ξενοδοχεία, βλέπει «μέσα» στα πράγματα. Ακολουθεί το δόγμα point-and-click. Οι λήψεις του γρήγορες, βιαστικές, φευγαλέες όπως και οι φιγούρες του, σε μια αέναη κίνηση, μάρτυρες μιας θολής αφήγησης.

Κόκκινα χείλη σε close-up, όψεις μαγαζιών, κούκλες βιτρίνας, σκηνές από την τηλεόραση, γκροτέσκοι αμφισεξουαλικοί θίασοι, όλα φιλτράρονται απ΄το φακό του σε μια αναπαράσταση της πραγματικότητας απλή και συνάμα συγκλονιστική. Σκιασμένα γυμνά με κρυμμένα πρόσωπα. Ο ερωτισμός που αποπνέουν, εξίσου έντονος με τις στυλιζαρισμένες, φετιχιστικές «γκέισες» του σύγχρονου και φίλου του Nabuyosi Araki.
Ο Moriyama συνειδητοποιεί την «ελευθεριότητα» της φωτογραφίας και πειραματίζεται με κάθε τι που τον εκφράζει. Οι εικόνες του, συχνά τραχιές και αντιφατικές, στα όρια μιας σκοτεινής εξπρεσιονιστικής αισθητικής, είναι γεμάτες ένταση και ελλοχεύουσα απειλή. Φωτογραφίες χοντρόκοκκες, απεικονίσεις καθημερινών αντικειμένων από περίεργες γωνίες, ιδιότροπες προοπτικές, ατμοσφαιρικά τοπία. Παίζει με τις αντιθέσεις του φωτός, τεχνητού και φυσικού, κάνει εργαλείο τις σκιές, σα μακρινός απόγονος του Atget. Αυτοφωτογραφίζεται σταθερά. Ακόμα κι όταν δε φαίνεται το πρόσωπό του, η σκιά του –σε πείσμα των κανόνων της «σωστής φωτογραφίας»- γίνεται ηθελημένα μέρος του κάδρου του.
Στο σκοτεινό του θάλαμο, επεξεργάζεται βασανιστικά τα 35mm ασπρόμαυρα φιλμ του. Υποεκθέτει, μασκάρει, σκρατσάρει, ανατυπώνει επαναλαμβανόμενα, αυξάνει τα κοντράστ. Οι εικόνες του πληγώνουν τα μάτια. Η εμπειρία του στη γραφιστική εμφανής. Οξείς τοπικοί φωτισμοί και πίσω σκοτεινά, μυστηριώδη backgrounds, κοκκώδεις υφές και κιαροσκούρα. Κροπαρισμένα πρόσωπα. Συνειδητές λήψεις πλάτης.
Ακροβατώντας ανάμεσα στη μεταφορά και το ντοκουμέντο, παγώνει την ψυχή της πόλης, φυλακίζει στη σελουλόζη τα καθημερινά και αξιοπερίεργα ψήγματα του πολιτισμικού τοπίου της μεταπολεμικής Ιαπωνίας. Στη Δύση ένα ζευγάρι κρατημένο χέρι-χέρι είναι στερεοτυπική απεικόνιση . Για την ιαπωνική πατριαρχική κουλτούρα της εποχής, μια εθιμοτυπία αιώνων απαιτεί ακόμα από τη γυναίκα να περπατά πιο πίσω από τον άντρα. Φωτογραφία με τέτοια θεματολογία, μπορεί από μόνη της να είναι σκανδαλώδης. Στο μεταίχμιο των καιρών, ο Moriyama εξερευνά προκλητικά, σε νέες βάσεις, τους δεσμούς των δύο φύλων και τα όρια της ταυτότητας και της σεξουαλικότητας.

Παράλληλα, το σύνολο του έργου του είναι μια σπουδή πάνω στη μνήμη, την αλλοτρίωση , την αποξένωση, το ρόλο της νοσταλγίας. Χωρίς ελιτισμούς, χωρίς φτιασίδια. Ο Moriyama παρακολουθεί τις αλλαγές διακριτικά, μέσα από αινιγματικά ίχνη . Αντιλαμβάνεται την σπουδαιότητα της ανάμνησης και τη σχέση της με τη φωτογραφία και προσπαθεί όχι να εκφράσει το νόστο, αλλά να αγκιστρωθεί και να διατηρήσει ένα παρόν που ρέει και μεταμορφώνεται ταχύτατα και απρόβλεπτα.
Το 1971 τραβά την πιο γνωστή του ίσως φωτογραφία, το «stray dog». Είναι η εικόνα ενός αδέσποτου, ενός ζώου του δρόμου, άγριου, μοναχικού και μυστηριώδους. Είναι η αναπαράσταση ενός σκυλιού σε εγρήγορση, περιπλανώμενου, ενός παρία που κοιτά κατάματα το φακό προκαλώντας δέος. Κάποιοι τη χαρακτήρισαν μορφή μαγική, δαιμονική – possessed. Για κάποιους άλλους, το καθηλωτικό είναι η αμεσότητα αυτού του έντονου κοιτάγματος ανθρώπου-ζώου. Το αινιγματικό τούτο πλάσμα μετουσιώνεται σε alter-ego του φωτογράφου, όπως αποκαλύπτει και ο τίτλος της συλλογής του « Memories of a stray dog ».
Ο ίδιος είχε πει για τον εαυτό του « Είμαι σα σκυλί. Μυρίζω και αποφασίζω πού να πάω. Όταν κουραστώ, σταματάω». Συνήθως στο συντηρητικό συλλογικό ασυνείδητο, όποιος δεν έχει «δεσμούς» στιγματίζεται ως κοινωνικά ύποπτος. Στη μεταπολεμική Ιαπωνία δημιουργοί σαν τον Kurosawa, τον Susumu Hani, τον Moriyama, με τη δουλειά και εν τέλει με τη ζωή τους, συνέθεσαν το πάνθεον των «αδέσποτων» ηρώων του περιθωρίου. O ελεύθερος άνθρωπος, ο αμφισβητίας μιας αυστηρά πειθαρχημένης κοινωνίας, ο «μεταλλαγμένος» ronin, έγινε φιγούρα επαναλαμβανόμενη.
Ο Daido Moriyama συνέδεσε την όραση με το συναίσθημα χρησιμοποιώντας τη φωτογραφία σα γέφυρα για να καλύψει αυτό το χάσμα εσωτερικού και εξωτερικού κόσμου. Συσχέτισε το λόγο με την εικόνα, αφήνοντας υπαινικτικά ίχνη στη φαντασία μας για τη δράση που προηγήθηκε ή για ό,τι επίκειται να γίνει.
Πάγωσε στο χρόνο τις στιγμές, αγκιστρώθηκε στη μοναδικότητά τους, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τη δική του σχέση με το συμβάν ή το πρόσωπο της εικόνας . Μπόρεσε να ξεσκεπάσει την απλότητα αλλά και τη βιαιότητα στην όψη των πραγμάτων, πίσω από την κοινωνία του θεάματος .

Η δουλειά του είναι από μόνη της η αυτοβιογραφία του. Τα ταξίδια του, τα μέρη που βρέθηκε, τα καφέ, τα motels, οι δεσμοί του με περιθωριακούς, εκκεντρικούς καλλιτέχνες, ηθοποιούς, πόρνες.
Ο Daido Moriyama δεν είναι μόνο ένας κορυφαίος φωτογράφος του αστικού τοπίου. Είναι αυθεντικός, τολμηρός, ανθρώπινος, δικός μας. Σύντροφος, φίλος και ξεναγός σ΄ένα νουάρ deja-vu, κατάφερε να μας μεταφέρει το μετείκασμα ενός κατακερματισμένου κόσμου, αντιφατικού, περίπλοκου και αναπόφευκτα τραγικού.
Δέκα πράγματα για τον Daido
1) Γεννιέται στην Osaka το 1938 και ξεκινά από μικρός να δουλεύει σαν freelance graphic designer. Αυτοδίδακτος στην πραγματικότητα, «σπουδάζει» αρχικά δίπλα στον Takeji Iwamiya.
2) To 1961 μετακομίζει στο Τόκυο και σαν βοηθός του Eikoh Hosoe σύντομα μυείται στην φωτογραφία.
3) H γνωριμία του το 1964 με τον συνομήλικό του Takuma Nakahira είναι καθοριστική. Την ίδια χρονιά παρουσιάζει στο περιοδικό Gendai την σειρά φωτογραφιών «Mugon geki» ( Παντομίμα ).
4) Με τον Nakahira , τον Taki Koji , τον Okada Takahiko και τον Shuji Terayama σχηματίζουν στα τέλη της δεκαετίας του ’60 την φωτογραφική κολλεκτίβα « Provoke » που συγκρούεται με το κατεστημένο της Ιαπωνικής κουλτούρας.
5) Τα χρόνια αυτά ο Moriyama, διαβάζει Kerouak και εμπνευσμένος από το “ On the road ” κάνει το δικό του οδοιπορικό στην Ιαπωνία φωτογραφίζοντας ασταμάτητα μέσα από οχήματα εν κινήσει.
6) Στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 έρχεται σε επαφή με το έργο του Andy Warhol και του μητροπολιτικού φωτογράφου William Klein. Την ίδια εποχή αρχίζει να διεισδύει στην Ιαπωνία η δουλειά του Weegee την οποία βλέπει από κοντά το 1971 οπότε και ταξιδεύει στην Νέα Υόρκη.
7) Πίσω στην Ιαπωνία, συμμετέχει στο ανεξάρτητο πρακτορείο “Vivo” που συσπειρώνει στις τάξεις του τους περισσότερους πρωτοπόρους και δημιουργικούς φωτογράφους της εποχής, όπως τον μέντορά του Eikoh Hosoe ή τον Shamei Tomatsu αλλά και κάθε εναλλακτικό και ανήσυχο καλλιτέχνη, συγγραφέα , performer κλπ .
8) Επηρεάζεται από τον νιχιλιστή αυτόχειρα συγγραφέα Yukio Mishima και τα θέματά του ( θάνατος, ερωτική εμμονή, παραλογισμός )
9) Από το 1973 και μέχρι τη δεκαετία του ΄80, ο Daido βυθίζεται στην κατάθλιψη, τα χάπια και το ποτό.
10) Απομονώνεται και ξορκίζει τα δαιμόνιά του, για να εμπλουτίσει μετά το 1980 τις μαυρόασπρες σειρές του, με μεγάλες έγχρωμες εκτυπώσεις, με Polaroid, με τοπία και θέματα πιο στατικά απ΄ ότι στο παρελθόν αλλά εξίσου ενδιαφέροντα.